"Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ"

Κοινωνικά Θέματα

 

 

Αρχείο

 

Κεντρική σελίδα

 

 

 

 

Τα άτομα με ειδικές ανάγκες στην κοινωνία

Η εργασία αυτή, του ΚΩΣΤΑ ΔΑΡΑΗ πραγματεύεται βασικά τρία θέματα:    α. Τη θέση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ελλάδα του 20ου αιώνα και τα ζητήματα που σχετίζονται άμεσα μ’ αυτήν τη θέση.    β. Σε δεύτερο επίπεδο προσπάθησε να προσεγγίσει το ζήτημα της αναπηρίας από κοινωνιολογική, ψυχολογική, ηθική, αισθητική και σεξουαλική άποψη, επεκτείνοντας τη ματιά της και σε χώρες εκτός Ελλάδας, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και η Δυτική Ευρώπη και     γ. Τέλος, πραγματεύτηκε ακροθιγώς τις προόδους στη βιογενετική, με σκοπό να προβληματίσει, σε συνάρτηση με τα άτομα με ειδικές ανάγκες και την ιδέα της κατάκτησης του τέλειου.       Δεν υπεισήλθε σε συμπεράσματα και όπου φαίνεται να υπάρχουν υπονοούμενα, αυτά μάλλον απορρέουν μόνα τους από την ανάγνωση. Βέβαια δεν καταργήθηκε η αυθορμησία του συγγραφέα, που παρά τα επιμέρους φαινομενικά ειρωνικά του σχόλια στο τρίτο ζήτημα, είναι δεδομένη η αγωνία του για το μέλλον, ίσως και ενός φόβου. Ο φόβος αυτός όμως, δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός, γιατί το καινούριο καμιά φορά τρομάζει και τελικά να μην είναι και πολύ καινούριο, όταν σταδιακά εξοικειώνεσαι μ’ αυτό.

Επίσης επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι η εργασία αυτή, που έγινε στα πλαίσια του μαθήματος “Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης”, σε αρκετά της σημεία αντιγράφει τις πληροφορίες των πηγών που χρησιμοποίησε, περιοριζόμενη στη θεματική σύνθεση των πληροφοριών σε ευρύτερα πλαίσια και όχι πάντα στην κριτική ανάλυσή τους.

Οι βιβλιογραφικές πηγές της εργασίας ήταν ελληνικές και αγγλικές.

  Μέρος 2ο

Προηγούμενο

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ, ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ, ΗΘΙΚΟΛΟΓΙΚΗ, ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ, ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΕ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ.

 

Σε ειδική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 80 για τις θέσεις των ελληνικών πολιτικών κομμάτων απέναντι στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα άτομα με ειδικές ανάγκες(30),  διαπιστώθηκε ότι τα περισσότερα κόμματα αντιμετώπιζαν τα προβλήματα των ατόμων με ειδικές ανάγκες συνολικά. Επιμέρους εξειδίκευση κατά κατηγορία αναπηρίας δήλωσαν τα ΠΑ.ΣΟ.Κ, Κ.Κ.Ε εσ-Α.Α. (μόνο για τη νοητική υστέρηση) και η Χριστιανική Δημοκρατία. Το γενικότερο πλαίσιο και οι αρχές προσέγγισης συναρτώνταν άμεσα από την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση κάθε κόμματος. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ φάνηκε να δομεί τη φιλοσοφία του με βάση την αρχή των σχέσεων αλληλεγγύης και αλληλοαποδοχής, αναζητώντας το ίδιο σημείο εκκίνησης για όλα τα άτομα με ή χωρίς ειδικές ανάγκες. Οριοθετεί και ορίζει την αναπηρία ως απλή διαφορά. Ο ΣΥΝ δέχεται τα άτομα με ειδικές ανάγκες ως ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας και αναζητεί το δικαίωμά τους στην ευτυχία και την παραγωγική διαδικασία. Το Κ.Κ.Ε. προσεγγίζει τα άτομα με ειδικές ανάγκες με βασική αρχή την αποκατάσταση των ψυχοσωματικών μειονεκτημάτων και την επαγγελματική τους ένταξη. Το Κ.Κ.Ε.εσ-Α.Α. αρνείται τη διάκριση <<κανονικού μη κανονικού>>, διεκδικεί το δικαίωμα στη διαφορά για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και προωθεί τη θετική ένταξη στην κοινωνία, η οποία οδηγεί στην κοινωνική αυτοπεποίθηση και ανεξαρτησία των ατόμων αυτών. Η Χριστιανική Δημοκρατία, εμπνεόμενη από το φιλάνθρωπο ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επιδιώκει την αποκατάσταση των ατόμων με ειδικές ανάγκες μέσα από μια παιδεία για όλους τους ανθρώπους και όχι υπηρέτη του οικονομικού συστήματος της τυφλής αγοράς, που χωρίζει κατά κατηγορίες τους πολίτες ανάλογα με το πόσο παράγουν. Στο ερευνητικό ερωτηματολόγιο δεν απήντησαν όλα τα κόμματα.

Για τη σημειωτόν πρόοδο, αναφορικά με τη βελτίωση της θέσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες, ευθύνη έχει και η ίδια η κοινωνία. Πολλά τα παραδείγματα που πιστοποιούν τη διαπίστωση ότι τα άτομα με νοητική υστέρηση αντιμετωπίζονται ως παιδιά ενός κατώτερου θεού. Για παράδειγμα, όπως προκύπτει από την ανάγνωση ειδικής έκθεσης της Σχολής Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης κατά το σχολικό έτος 1987-88, υπήρχε μεγάλο πρόβλημα στους γονείς των μαθητών να αποδεχτούν τη δυσκολία του παιδιού τους και να κατανοήσουν ποιες δυνατότητες έχει η παιδαγωγική και εκπαιδευτική παρέμβαση. Πιο πρόσφατα, σε κείμενο παρέμβαση για το forum <<Αναπηρία και Οικογένεια>>, που συντάχθηκε από τη Γεωργία Κουλούσια (1997) γραμματέα του Συλλόγου Γονέων Παίδων με Σύνδρομο Down, Βορ. Ελλάδος, αναφέρονται μεταξύ άλλων, ότι ιδιαίτερα οδυνηρή είναι η απόρριψη από την οικογένεια του παιδιού με σύνδρομο Down. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι αρκετοί από τους γονείς δεν έχουν δεχτεί τα παιδιά τους, ντρέπονται γι αυτά, τα κρύβουν και υιοθετούν τη λύση του εγκλεισμού τους σε άσυλα ή μέσα στο ίδιο το σπίτι που γίνεται φυλακή. Δεν θέλουν να ξέρουν οι άλλοι ότι η οικογένειά τους έχει στιγματιστεί με τη γέννηση αυτού του παιδιού. Το αποτέλεσμα είναι οι ίδιοι να γίνονται δυστυχισμένοι, κρύβονται συνεχώς από τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους. Τα παιδιά που αντιμετωπίζονται έτσι είναι καταδικασμένα να μη νιώσουν τη σιγουριά, την ασφάλεια, το αίσθημα αυτάρκειας που προσφέρει η σωστή και δεμένη οικογένεια στα μέλη της και οπωσδήποτε χωρίς ελπίδα εξέλιξης και αξιοποίησης των δυνατοτήτων τους. Παρόλο που θα θέλαμε να πιστεύουμε ότι αυτές είναι καταστάσεις του παρελθόντος, δυστυχώς συμβαίνουν ακόμη και σήμερα. Αξίζει επίσης να συμπεριληφθεί και ο σχολιασμός για το πώς γίνεται κατά κανόνα η ενημέρωση των γονιών, όταν αποκτούν παιδί με σύνδρομο Down. Συνήθως στην ανακοίνωση στους γονείς δίνονται αρνητικές μόνο πληροφορίες. Οι γονείς ήδη βρίσκονται σε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, η πληροφόρηση που τους δίνεται συνήθως από γιατρούς είναι πλημμελής και αρνητική. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν γιατροί (μαιευτήρες-παιδίατροι) που συμβουλεύουν τους γονείς να αφήσουν το παιδί τους στο ίδρυμα, γιατί θα είναι βάρος γι αυτούς και την οικογένειά τους. Αυτές είναι καταστάσεις που συμβαίνουν ακόμη και σήμερα δύο χρόνια πριν τον 21ο αιώνα. Αυτή η στάση των γιατρών οφείλεται στην άγνοιά τους, στην ελλιπή τους πληροφόρηση αλλά και στην ιατροκεντρική τους φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία καθετί που παρεκκλίνει του μέσου όρου είναι παθολογικό και επιζήμιο στους υπολοίπους φυσιολογικούς.

 Πολύ σημαντική ήταν και μία άλλη έρευνα(31)  που πραγματοποιήθηκε το 1992 και εξέτασε τη στάση των γονέων παιδιών χωρίς ειδικές ανάγκες απέναντι στα παιδιά με ειδικές ανάγκες. Πρόκειται για μία πολύ σημαντική παράμετρο της προώθησης της ένταξης των ατόμων με ειδικές ανάγκες, αυτής της στάσης των γονέων του υπολοίπου μαθητικού πληθυσμού(32).  Από τα πορίσματα της έρευνας φάνηκε ότι υπάρχουν έντονες προκαταλήψεις και άγνοια, ενώ διαφορετική είναι η προσέγγιση των γυναικών-μητέρων σε σχέση με τους άνδρες-πατέρες, που θέλουν συνειδητά να είναι αποστασιοποιημένοι όσο γίνεται περισσότερο από τέτοια ζητήματα.

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν έγιναν θετικά βήματα. Τα τελευταία χρόνια υπήρξε σαφής βελτίωση στη θέση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην ελληνική κοινωνία. Ο θεσμός της ελεύθερης διακίνησης στα μαζικά μέσα μεταφοράς, η παροχή αδασμολόγητου αυτοκινήτου, η επιδοματική πολιτική, ο ειδικός αθλητισμός, οι φορολογικές απαλλαγές και ελαφρύνσεις και άλλες σημαντικές παρεμβάσεις, συνέβαλαν κατά κάποιο τρόπο προς την οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση του ατόμου με ειδικές ανάγκες. Επιμένω όμως, ότι πρόκειται για βελτίωση στο επίπεδο του γράμματος και όχι της ουσίας, μια και η μεγαλύτερη άρνηση βρίσκεται μέσα στα μέλη της ίδιας νεοελληνικής κοινωνίας.

 

Σε διεθνές επίπεδο, η εμφάνιση των κοινωνικών κινημάτων της δεκαετίας του 60 με πρωταγωνιστή τις Η.Π.Α., επέδρασε θετικά στην αναβάθμιση της θέσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες, με κύριο αίτημα την ενσωμάτωσή τους σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Παράλληλα, διεκδικήθηκε με αξιώσεις η ποιοτική προαγωγή και η εύνοια προς τα άτομα αυτά, με στόχο την αυτοτέλεια και αυτορύθμιση των ζητημάτων τους, ώστε να παίρνουν μέρος στην κοινωνία ως ενεργά μέλη (independent living)(33).  Αρκετές χώρες, κυρίως του δυτικού κόσμου, νομοθέτησαν πολύ πιο νωρίς από την Ελλάδα υπέρ της κοινής διδασκαλίας μαθητών με πνευματική υστέρηση και μαθητών χωρίς πνευματική υστέρηση, όπως για παράδειγμα η γειτονική Ιταλία από το 1977.

Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει μια συνοπτική περιγραφή των στάσεων που χαρακτηρίζουν την αμερικανική κοινωνία, απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Στις Η.Π.Α. το θέμα μελετάται από τη δεκαετία του 70, όταν παρατηρήθηκε αισθητή αύξηση στην παρουσία ατόμων με ειδικές ανάγκες στην ευρύτερη αμερικανική κοινωνία(34).  Καταρχήν πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν υπάρχει στάση αλλά στάσεις, οι οποίες διαφοροποιούνται σε πολλά επίπεδα και η ερμηνεία τους είναι σύνθετη(35).  Σημαντικοί παράγοντες διαμόρφωσης των στάσεων είναι η ηλικία, το φύλο, ακόμη και δημογραφικοί. Οι γυναίκες, αν και έχουν θέσεις όχι πολύ διαφορετικές από τους άνδρες, είναι πολύ πιθανό να τις εκφράζουν με τρόπο που επηρεάζεται από το φύλο τους(36).  Τα κορίτσια βρέθηκε να είναι πιο τρυφερά, με μεγαλύτερο βαθμό κατανόησης και αποδοχής σε σχέση μ αυτόν των αγοριών(37).  Υπάρχουν όμως και διαφορετικές προσεγγίσεις σ αυτό το ζήτημα, της στάσης αγοριών κοριτσιών(38).  Επίσης διαπιστώθηκε ότι οι έφηβοι γενικά είναι περισσότερο απορριπτικοί απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες σε σχέση με τους ενήλικες, ενώ παρατηρήθηκε ότι η ενημέρωση για τις περιπτώσεις σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας αυξάνει παράλληλα με τη ηλικία. Ρόλο, θετικό ή αρνητικό, διαδραματίζει επίσης και η προσωπική επαφή με ένα άτομο με ειδικές ανάγκες. Παρατηρήθηκε ότι παιδιά χωρίς ειδικές ανάγκες, τα οποία έχουν πιο συχνή επαφή με παιδιά με αναπηρία είναι λιγότερο αρνητικά απέναντι τους(39).  Πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των στάσεων απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες στην Αμερική, παίζει και η παρέμβαση των δασκάλων, το πώς δηλ. οι ίδιοι αντιμετωπίζουν τους μαθητές τους με ειδικές ανάγκες στο σχολείο αλλά και μέσα στην τάξη(40).  Επικουρικό ρόλο προς την άμβλυνση των προκαταλήψεων παίζουν και σχετικά προγράμματα που γίνονται από ειδικούς επιστημονικούς και εκπαιδευτικούς κύκλους.

Το βέβαιο είναι ότι και διεθνώς, ακόμη και στις χώρες που η θέση των ατόμων με ειδικές ανάγκες έχει αναβαθμιστεί πολύ, υπάρχουν και αρνητικές προσεγγίσεις. Έτσι, ενώ, όπως υποστηρίζεται(41),  η ηθική διάσταση της εκπαίδευσης των ατόμων με ειδικές ανάγκες προϋποθέτει την αναγνώριση και το σεβασμό των δικαιωμάτων τους από όλους όσους εμπλέκονται στη διαδικασία της ειδικής αγωγής και γενικά την αρμονική συμβίωση της ειδικής αγωγής με τον κόσμο της, όλα αυτά αμφισβητήθηκαν στο Συμπόσιο του Marburg (8.6.89) από το γνωστό βιολόγο-ηθικολόγο, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Monash της Αυστραλίας, Peter Singer, ο οποίος έθεσε θέμα ευθανασίας των πνευματικά καθυστερημένων ατόμων. Με βάση τη διαφοροποίηση της ζωής σε αξία και απαξία, ο Singer δημιουργεί μια μειωμένη ανθρώπινη μορφή και επιδιώκει να θεμελιώσει τόσο την ηθική νομιμοποίηση για τη θανάτωση του ελαττωματικού εμβρύου με τη διακοπή της κύησης όσο και την ευθανασία ή την άρνηση παροχής θεραπείας και βοήθειας στα νεογέννητα με ειδικές ανάγκες. Εκπροσωπώντας μια <<νέα-παλαιά>> εχθρική προς τα ειδικά άτομα επιλεκτική-ωφελιμιστική ηθική και περιφρονώντας τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ο Singer επιμένει σε παλαιότερες απόψεις του (1984), οι οποίες είχαν μείνει απαρατήρητες. Υποστήριξε τότε ότι η εξολόθρευση αυτών των χωρίς αξία, χωρίς συνείδηση και μη ορθολογικών όντων, θα έφερνε ελάττωση του πόνου και αύξηση του ολικού αθροίσματος της ευτυχίας.

Οι θέσεις του Singer βρήκαν υπερασπιστές, όπως τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κολωνίας Stoetz, Ch. Και ουσιαστικά έθεταν υπό αμφισβήτηση την ειδική αγωγή, η οποία στηρίζει την ύπαρξή της στο σύστημα της παροχής αγωγής και βοήθειας-προαγωγής για την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των ειδικών ατόμων στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Χρειάζεται όμως σ αυτό το σημείο να γίνει κάποια εμβριθέστερη ανάλυση της ηθικής διάστασης του ζητήματος(42).  Ο πυρήνας του ξεκινάει με βάση την αρχή: ότι κανείς δίνει κάτι ανάλογα με αυτό που αναμένει να πάρει. Η ηθική των ανθρώπων φαίνεται να είναι κυριαρχικά ωφελιμιστική και η οποιαδήποτε διαφορετική άποψη κατά τον Τάσιο (1997) συνιστά φαρισαϊκή κατηχητική χρηστομάθεια(43).  Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ένα, καταρχήν συγγνωστό, ένστικτο, μας παρωθεί προς τον έρωτα των ισχυρών και της πλειοψηφίας. Οι υγιείς, οι μπρατσωμένοι και κυρίως οι πολλοί ήταν η σωστή παρέα και η σωστή εκλογή. Αυτοί θα προστατεύσουν το άτομο όταν θα χρειαστεί. Απ’ αυτήν την νομίμως ζωώδικη παρόρμηση πηγάζουν κάμποσες επικρατούσες μέσα στην Ιστορία στάσεις, όπως η ανδροκρατία, ο έρπων ρατσισμός, ο Καιάδας, η μαζομαγεία,ο φασισμός κ.λ.π., οι οποίες δεν είναι παρά ο απόηχος μιας τέτοιας κοντόφθαλμης δυναμολαγνείας. Άσχετα αν, τις περισσότερες φορές, αυτή η επιλογή γίνεται αυτεπίστροφον και κατατρώει τις  σάρκες των ανθρώπων, αντί να τις προστατεύει.

Στην ίδια αυτή κατηγορία ήθους, κατατάσσεται και η ενστικτώδης ενόχληση που νιώθουν πολλοί μπροστά στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Τα πρόσωπα αυτά φαίνονται ως μειωμένης παραγωγικής ικανότητας. Επιπλέον έχουν ανάγκη από πρόσθετες φροντίδες προσωπικού χαρακτήρα. Αισθητικά δεν ανταποκρίνονται στο ιδεώδες της τελειότητας και γίνονται σύμβολα δυσάρεστων ψυχολογικών υπομνήσεων ή και ενοχών. Κατά τον Θ. Τάσιο (1997), τα παραπάνω στοιχεία συνιστούν την απολογία του ενδεχόμενου <<ντόμπρου>> πολίτη, που θα έλεγε τα απολίτιστα πράγματα με τα’ όνομά τους.

Βέβαια, η τεχνολογική εξέλιξη έχει αλλάξει και θα αλλάξει ακόμη ριζικότερα την παραδοσιακή δομή και διάρθρωση της εργασίας. Για παράδειγμα, το περί αντιπαραγωγικότητας επιχείρημα <<πήγε περίπατο>> μόλις αναπτύχθηκε η Τεχνική. Το άτομο με ειδικές ανάγκες, αντί για πολεμιστής, μπορούσε να γίνει κατασκευαστής βελών και ασπίδων. Δεν ήταν άλλωστε καθόλου τυχαίο ότι στην περίοδο της ανάπτυξης της Τεχνικής έγινε θεός ο Ήφαιστος, ενώ το βαθμιαίο ξύπνημα του μυαλού και η αναϊεράρχηση των κοινωνικών συνεισφορών ανέβασε τους τυφλούς στη σεβαστή στάθμη των μάντεων και των επικών ποιητών(44).  Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως υπήρχαν κοινωνίες με Καιάδα, που πέταγαν τους μη παραγωγικούς, στην ίδια κατηγορία ανήκε και η συνήθεια η υπέργηρη Εσκιμώα να φεύγει μες στην πολική νύχτα για να φαγωθεί από την αρκούδα απαλλάσσοντας την οικογένειά της απ’ το βάρος, υπήρχαν και κοινωνίες αρχέγονων φυλών, που παρά τη φτώχεια τους έδειχναν διαφορετική ιεράρχηση αξιών, όπως ιεροποίηση του σεβασμού προς το άρρωστο παιδί ή γέρο.

Σήμερα, ο τηλεφωνητής, ο ζωγράφος με το στόμα, ο συγγραφέας, ο προγραμματιστής, ο σερβιτόρος ή αυτός που καθαρίζει, είναι επαγγέλματα παραγωγικότερα απ’ τον παλαιστή ή πυροβολητή. Εύστοχη είναι και η παρατήρηση, ιδιαίτερα για τη νεοελληνική πραγματικότητα και σε άμεση συνάρτηση με το Κράτος Πρόνοιας, ότι η οποιαδήποτε υστέρηση του έχει σχέση με τη κατάχρηση που οδήγησε στρατιές αρτιμελών λουφαδόρων στους καταλόγους των κοινωνικών ταμείων. Προφανώς λοιπόν, δεν είναι η παραγωγικότητα που υπαγορεύει το κοινωνικό σεβασμό(45).

Είναι όμως μεγάλη και η ευθύνη της Πολιτείας για την οικοδόμηση της άρνησης απέναντι στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Το εάν η στάση των πολιτών είναι απορριπτική, οφείλεται και στο ότι δε λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα. Όταν οι καταβολές του <<εδώ και τώρα>>, της προσδοκίας του γρήγορου και άμεσου αποτελέσματος από οποιονδήποτε και οτιδήποτε είναι τα κυρίαρχα στοιχεία, μόνο η Ηθική των Ηρώων μπορεί να τις αντιμετωπίσει. Το ότι για παράδειγμα κάθε χρόνο, εγκαταλείπονται στα νοσοκομεία των Η.Π.Α., 150.000 ασθενείς Alzheimer λόγω απελπισίας ενός μέρους των 4 εκατομμυρίων οικογενειών που έχουν αυτήν την πρόκληση, πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν αντιμετωπίζεται με την εύκολη ποινικοποίηση της παράβασης.

Αναφορικά με το ζήτημα της <<ενόχλησης>> που νιώθουν αρκετοί άνθρωποι αντικρίζοντας άτομα με ειδικές ανάγκες, πιστεύεται ότι είναι καθαρά θέμα Παιδείας και Καλλιέργειας. Χρειάζεται να αναθεωρηθεί το ιδεώδες (πρότυπο) της <<Μορφής>>. Πως για παράδειγμα μπορεί να αντιμετωπιστεί ένα άτομο με ειδικές ανάγκες από ένα άτομο που έχει ως πρότυπο τα μοντέλα των εμπορικών περιοδικών ή τους τύπους ανθρώπων που (αυτο)προβάλλονται πανέξυπνοι και τα καταφέρνουν πολύ καλά σε διαφορετικούς ρόλους ταυτόχρονα, επαγγελματικά, ακαδημαϊκά, ως γονείς κ.λ.π.; Η αισθητική ανάγνωση ενός ατόμου με ειδικές ανάγκες είναι θέμα καλλιέργειας του θεατή και όχι θέμα καθαυτό. Άλλωστε όπως υποστηρίχθηκε(46)  δεν υπάρχει απόλυτο μειονέκτημα.

Στη διάρκεια μιας δημοσκόπησης που έγινε το 1981 από την Sofres κατ’ απαίτηση της γαλλικής επιτροπής εκπαίδευσης για την υγεία, έθεσαν σ’ ένα δείγμα 1000 ατόμων ηλικίας από 18 ετών και πάνω το ερώτημα: τελικά εάν τα ανάπηρα άτομα έχουν μεγάλες δυσκολίες μέσα στη ζωή, αυτό συμβαίνει συχνά γιατί αυτά τα ίδια δεν κάνουν όλες τις αναγκαίες προσπάθειες για να προσαρμοστούν και ζουν συρρικνωμένα στον εαυτό τους; Είναι εμφανής η βαρύτητα της ερώτησης αναφορικά με την προοπτική κοινωνικής ένταξης. Διαπιστώθηκε ότι το 32% από το δείγμα, συμφωνούσε με την παραπάνω άποψη (ένας στους τρεις).

Όπως ανέλυσε ο Cl. Veil (1997), το παραπάνω ποσοστό δεν πρέπει να εκπλήσσει. Μπροστά στην ατυχία και κυρίως μπροστά στη δυστυχία, οι άνθρωποι ψάχνουν πάντα για μια εξήγηση. Ο ισχυρισμός ότι είναι το θύμα που φέρει την ευθύνη του λάθους, φαίνεται από μακριά ο πιο απλός και ο πιο καθησυχαστικός για τους μάρτυρες. Η ηχώ αυτού του ισχυρισμού βρίσκεται ήδη στη Βίβλο, όπου οι φίλοι του Ιώβ τον προτρέπουν να ψάξει πίσω στο παρελθόν του, με σκοπό να μετανιώσει για το λάθος που θα έπρεπε να είχε διαπράξει κάποτε. Ακόμα περισσότερο, αυτή η εξήγηση, μέσα δηλ. από τα λάθη του θύματος, έχει τεράστιο πλεονέκτημα να χρησιμεύει ως δικαιολογία στα επιθετικά συναισθήματα που ενδεχομένως νιώθουν οι μάρτυρες-θεατές(47).

Η θέα ενός ατόμου με αναπηρία και τα αισθήματα που αυτή προκαλεί εξαρτάται και από το είδος της αναπηρίας. Η θέα ενός ακρωτηριασμού θα προκαλέσει πιο πολύ από μια παράλυση, μια αντίδραση έμφοβης οπισθοχώρησης, αλλά μια παράλυση μπορεί να αντιμετωπιστεί με καχυποψία σαν να ήταν ένα είδος απάτης. Η τύφλωση κινητοποιεί περισσότερο τον οίκτο και η κώφωση περισσότερο την κοροϊδία. Ειρήσθω εν παρόδω  ότι οι παραπάνω περιπτώσεις είναι λίγο εμφανείς, πράγμα που εξηγεί πως έπρεπε μα εφευρεθούν σημεία, όπως το άσπρο μπαστούνι, πολύ χρήσιμο άλλωστε στους δρόμους του Παρισιού(48).

Υπάρχουν και νόμιμες κλίμακες υποτίμησης. Η ίδια περίπτωση αναπηρίας μπορεί να <<παραχωρήσει>> λίγα ή περισσότερα δικαιώματα στη δημόσια βοήθεια σε συνδυασμό με τις συνθήκες π.χ. το Aids, ανάλογα με το αν η μετάδοσή του έγινε κατά τη διάρκεια μιας μετάγγισης αίματος σ’ ένα νοσοκομείο ή από λάθος σύριγγας που περιείχε ηρωίνη. Το ίδιο τραύμα είναι τελείως διαφορετικό εάν το έχει κανείς υποστεί κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ή ως στρατιώτης και θα είναι ακόμη πιο διαφορετικό, ανάλογα με το εάν το έχει υποστεί κατά τη διάρκεια ενός πολέμου που κερδίθηκε ή χάθηκε.

Μια άλλη σημαντική παράμετρος του συγκεκριμένου ζητήματος είναι η λειτουργία ψυχολογικών μηχανισμών άμυνας. Ο φόβος του πόνου, ο φόβος του να είμαστε ή να γίνουμε εμείς οι ίδιοι ανάπηροι, ματαιωμένοι, προκαλεί αντιδράσεις που δύσκολα ελέγχονται: άρνηση να δούμε, επιθετικότητα, απόρριψη, μίσος. Όταν με καλές προθέσεις επιμένουμε στην ομοιότητα ανάμεσα σε πρόσωπα μειονεκτούντα και σε πρόσωπα μη-μειονεκτούντα, ριψοκινδυνεύουμε να ξεσηκώσουμε βίαια συναισθήματα: όσο περισσότερο γίνεται αισθητό ότι όλοι είμαστε όμοιοι, τόσο περισσότερο το άτομο που δεν μειονεκτεί αισθάνεται προσωπικά σε κίνδυνο, ενώ η εικόνα του πληγωμένου σώματος του άλλου τραυματίζει την εικόνα που έχει για το ίδιο του το σώμα(49).

Όπως έχει περιγραφεί από τους Rosenthal και Jacobson στο <<Ο Πυγμαλίων στο σχολείο>>, οι προκαταλήψεις ενός προσώπου ως προς ένα άλλο, μπορούν να λειτουργήσουν ως προφητείες. Στο βιβλίο του Erring Goffman <<Στίγμα>>, γίνεται μια πολύ ανεπτυγμένη θεωρητική μελέτη των κοινωνικών χρήσεων του μειονεκτούντος ατόμου. Το στίγμα είναι η αναφορά που επιτρέπει να προσδίδεται σε ορισμένα ανθρώπινα όντα μια ειδική θέση. Οι άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους ως φυσιολογικούς νομίζουν ότι είναι ανώτεροι από τους φορείς του στίγματος. Τους βλέπουν ως παρέκκλιση στο ανθρώπινο. Εάν οι σιωπηροί κανόνες του παιχνιδιού είναι σταθεροί και σεβαστοί από τη μια και από την άλλη πλευρά, εγκαθίσταται ένας modus vivendi: είναι αυτό που ο Goffman ονομάζει η αλληλεπιδρούσα αλλοτρίωση. Η ομάδα των κυριαρχούντων και η ομάδα των κυριαρχουμένων συνδέονται μέσα σε μια και μόνη διαδικασία που τους φυλακίζει.     Στα πλαίσια της σχέσης των ομάδων φυσιολογικών και μη, αξίζει να αναφερθεί ένα πραγματικό αρνητικό παράδειγμα αυτής της σχέσης. Στη Γαλλία το 1987, το Κοινοβούλιο ψήφισε ένα νόμο που με ποινή προστίμου, προσδιόριζε ένα ποσοστό θέσεων που θα έπρεπε να προοριστούν για τα ανάπηρα πρόσωπα. Στη συνέχεια οι εργοδότες εξάσκησαν πίεση πάνω σε ορισμένους εν δράσει εργαζόμενους, ώστε να εγγραφούν ως ανάπηροι εργάτες, αλλά οι εργαζόμενοι αρνήθηκαν στο όνομα της ατομικής ελευθερίας. Οι εργοδότες θα μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν, να προσλάβουν ανάπηρους εργαζόμενους, που είχαν εγγραφεί στη λίστα αναμονής εργασίας, αλλά προτιμούσαν τόσο συχνά να πληρώνουν το πρόστιμο, ώστε το ειδικό ταμείο (Agefith) έγινε γρήγορα πλούσιο.

Ο Jean-Michel Lheuruex, ένας ερευνητής απ’ τη Λιέγη, ερεύνησε τα ισχύοντα σε 12 χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αναφορικά με το καθεστώς απασχόλησης ανάπηρων προσώπων και διαπίστωσε μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα. Στην Αγγλία, ο αριθμός είναι μικρός. Ωστόσο τα ανάπηρα άτομα έχουν συνήθως εργασία λόγω της ύπαρξης ενός πολύ ειδικού τύπου επιχειρήσεων, των Reemploy Factories. Στις Κάτω Χώρες ο αριθμός τους είναι περίπου ο ίδιος με τα ανάπηρα άτομα που εργάζονται σε φυσιολογικό περιβάλλον, όπως στην Αγγλία, αλλά σε σχέση με τον πληθυσμό, το ποσοστό εργασίας είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο. Στη Γαλλία υπάρχουν πολύ περισσότεροι ανάπηροι εργαζόμενοι σε φυσιολογικό περιβάλλον απ’ ότι στην Αγγλία, αλλά πολύ λιγότεροι απ’ ότι στην Ομοσπονδιακή Γερμανία.

Πολύ ενδιαφέρουσες για τη σχέση κοινωνίας και ατόμων με ειδικές ανάγκες είναι και οι απόψεις του Al. Giami (1997)(50).  Υποστήριξε ότι όποιος και να  ‘ναι ο τύπος του μειονεκτούντος ατόμου με το οποίο ασχολούμαστε, μοιάζει να θεωρούμε στις περισσότερες των περιπτώσεων, πως αυτό το άτομο είναι φορέας κάποιου πράγματος της τάξης ενός <<νοητικού μειονεκτήματος>>, και πως αυτή η πλευρά καταλαμβάνει μια κεντρική θέση στην προσωπικότητα του μειονεκτικού ατόμου. Παρατήρησε ότι ο τύπος σχέσεων ή μη σχέσεων που διατηρούμε με ανάπηρα άτομα, μοιάζει να παίζει ρόλο κατά την οικοδόμηση των αναπαραστάσεων που είχαμε γι αυτά. Από τη μια η κοινή γνώμη κατασκευάζει μια αναπαράσταση πολύ αντιφατική, που ταλαντεύεται ανάμεσα στη μορφή του <<τέρατος>>, το οποίο πρέπει να εξοντώσουμε στη γέννησή του, και σ εκείνη του ανάπηρου/άρρωστου παιδιού που οφείλουμε να υπερπροστατεύσουμε. Από την άλλη πλευρά, οι οικογένειες που τυχαίνει να έχουν ανάπηρο άτομο στους κόλπους τους, επεξεργάζονται, στη διάρκεια μιας οδυνηρής πορείας, που διαμορφώνεται, συγχρόνως, μέσα από αναγνώριση και άρνηση, μια αναπαράσταση <<εξαιρετικού παιδιού>>, που αποφέρει στους γονείς του πολλά περισσότερα από ένα παιδί <<φυσιολογικό>>. Γενικά οι αναπαραστάσεις για τα μειονεκτούντα άτομα απέχουν από το να είναι ομοιογενείς. Υποθάλπονται από μια <<θεμελιακή>> μορφή, που αρθρώνει πόθο δολοφονίας και υπερπροστασίας, τερατομορφία και απροσάρμοστη παιδική ηλικία, εξαρτώνται ευρέως από τον τύπο των σχέσεων που διατηρεί ο καθένας με μειονεκτούντα άτομα και συχνά, ανεξάρτητα από το είδος μειονεκτήματός τους(51).

Συνέχεια

10/07/2004

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δωρεάν ανταποδοτική διαφήμιση (επικοινωνήστε με τον webmaster)